el sargento
sar
saɾ
sar
gen
ˈxɛn
khen
to
to
to
segmentoalimentoungüentocontento

Ορισμός και σημασία του "sargento"στα ισπανικά

01

λοχίας, λοχίας

un rango de oficial subalterno en el ejército o la policía, por encima del cabo y por debajo del teniente 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sargentos
αρσενικό ενικό
sargento
θηλυκό ενικό
sargenta
Παραδείγματα
El sargento da órdenes a los soldados. 

Ο λοχίας δίνει εντολές στους στρατιώτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store