Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tentativa
01
προσπάθεια
que no se llevó a cabo completamente o con éxito, refiriéndose a un acto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tentativo
αρσενικό πληθυντικό
tentativos
θηλυκό ενικό
tentativa
θηλυκό πληθυντικό
tentativas
Παραδείγματα
Fue arrestado por tentativa de robo.
Συνελήφθη για προσπάθεια κλοπής.



























