Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La metalistería
01
μεταλλική τέχνη, επεξεργασία μετάλλων
el arte, oficio o proceso de trabajar y dar forma al metal para crear objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Estudio metalistería en la escuela de artes y oficios.
Σπουδάζω μεταλλοτεχνία στη σχολή τεχνών και τεχνιτών.



























