Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El corno inglés
01
αγγλικό κόρνο, αγγλικό όμποε
un instrumento de viento-madera de la familia del oboe, con un sonido más grave y melancólico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cornos ingleses
Παραδείγματα
El músico toca el corno inglés en la orquesta.
Ο μουσικός παίζει το αγγλικό κόρνο στην ορχήστρα.



























