Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer cumplir
01
επιβάλλω
obligar a que se cumpla una ley, norma o regla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago cumplir
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace cumplir
ενεστώτα μετοχή
haciendo cumplir
απλός αόριστος
hizo cumplir
παθητική μετοχή
hecho cumplir
Παραδείγματα
La policía debe hacer cumplir la ley en todo momento.
Η αστυνομία πρέπει να επιβάλλει τον νόμο ανά πάσα στιγμή.



























