hacer cumplir
Pronunciation
/aθˈɛɾ kumplˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "hacer cumplir"στα ισπανικά

hacer cumplir
01

επιβάλλω

obligar a que se cumpla una ley, norma o regla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago cumplir
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace cumplir
ενεστώτα μετοχή
haciendo cumplir
απλός αόριστος
hizo cumplir
παθητική μετοχή
hecho cumplir
Παραδείγματα
La empresa contrató seguridad para hacer cumplir las reglas internas.
Η εταιρεία προσέλαβε ασφάλεια για να επιβάλει τους εσωτερικούς κανόνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store