el orden público
or
ˈɔɾ
awr
den
ðɛm
dhem
púb
puβ
poob
li
li
li
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "orden público"στα ισπανικά

El orden público
01

δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια

el conjunto de condiciones que permiten el funcionamiento pacífico y ordenado de la sociedad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La perturbación del orden público es un delito. 

Η διατάραξη της δημόσιας τάξης είναι έγκλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store