Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El orden público
01
δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια
el conjunto de condiciones que permiten el funcionamiento pacífico y ordenado de la sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La falta de orden público en algunas zonas dificulta la inversión.
Η έλλειψη δημόσιας τάξης σε ορισμένες περιοχές δυσκολεύει την επένδυση.



























