Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
notarizar
01
επικυρώνω, νοταριακά πιστοποιώ
certificar la autenticidad de una firma, documento o acto mediante la intervención de un notario público
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
notarizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
notariza
ενεστώτα μετοχή
notarizando
απλός αόριστος
notarizó
παθητική μετοχή
notarizado
Παραδείγματα
Debes notarizar la firma en el poder notarial para que sea válido.
Πρέπει να νοταριακά πιστοποιήσετε την υπογραφή στην εξουσιοδότηση για να είναι έγκυρη.



























