Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La acción legal
01
νομική ενέργεια, δικαστική διαδικασία
el acto de iniciar un proceso o tomar medidas dentro del sistema judicial para hacer valer un derecho o resolver un conflicto
Παραδείγματα
Tomar acción legal fue el último recurso para proteger su propiedad intelectual.
Η λήψη νομικών μέτρων ήταν η τελευταία λύση για την προστασία της πνευματικής του ιδιοκτησίας.



























