Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pagar la fianza
01
πληρώσω την εγγύηση, καταθέτω την εγγύηση
depositar una cantidad de dinero o garantía ante un tribunal para asegurar la liberación temporal de un acusado, con la promesa de que comparecerá en el juicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pago la fianza
γ΄ ενικό πρόσωπο
paga la fianza
ενεστώτα μετοχή
pagando la fianza
απλός αόριστος
pagó la fianza
παθητική μετοχή
pagado la fianza
Παραδείγματα
No pudo pagar la fianza y permaneció detenido hasta el juicio.
Δεν μπόρεσε να πληρώσει την εγγύηση και παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τη δίκη.



























