Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pagar la fianza
01
πληρώσω την εγγύηση, καταθέτω την εγγύηση
depositar una cantidad de dinero o garantía ante un tribunal para asegurar la liberación temporal de un acusado, con la promesa de que comparecerá en el juicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pago la fianza
γ΄ ενικό πρόσωπο
paga la fianza
ενεστώτα μετοχή
pagando la fianza
απλός αόριστος
pagó la fianza
παθητική μετοχή
pagado la fianza
Παραδείγματα
¿Cuánto cuesta pagar la fianza en este caso?
Πόσο κοστίζει να πληρώσει κανείς την εγγύηση σε αυτή την περίπτωση ;



























