Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
libertar
01
επιστροφή σε κράτηση, αποστολή για δίκη υπό κράτηση
devolver a un detenido a la custodia pendiente de juicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
liberto
γ΄ ενικό πρόσωπο
liberta
ενεστώτα μετοχή
libertando
απλός αόριστος
libertó
παθητική μετοχή
libertado
Παραδείγματα
El tribunal de primera instancia remitió al acusado a juicio.
Το πρωτοδικείο απέστειλε τον κατηγορούμενο σε δίκη.



























