Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la prueba instrumental
/pɾuˈeβa ˌinstɾumɛntˈal/
La prueba instrumental
01
υλικό στοιχείο, έκθεμα
un objeto o documento físico presentado en un tribunal como prueba durante un juicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pruebas instrumentales
Παραδείγματα
La defensa objetó la inclusión de esa prueba instrumental.
Η υπεράσπιση ενέκρουσε τη συμπερίληψη αυτής της υλικής απόδειξης.



























