Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prueba instrumental
01
υλικό στοιχείο, έκθεμα
un objeto o documento físico presentado en un tribunal como prueba durante un juicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pruebas instrumentales
Παραδείγματα
El fiscal presentó el cuchillo como prueba instrumental A.
Ο εισαγγελέας παρουσίασε το μαχαίρι ως αποδεικτικό μέσο A.



























