Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El riesgo de seguridad
01
κίνδυνος ασφαλείας, απειλή ασφαλείας
una persona, situación o cosa que representa una posible amenaza para la protección de un lugar, información o personas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
riesgos de seguridad
Παραδείγματα
El espía infiltrado era considerado un alto riesgo de seguridad.
Ο διεισδυτικός κατάσκοπος θεωρούνταν υψηλός κίνδυνος ασφαλείας.



























