Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El polígrafo
01
πολύγραφο, ανιχνευτής ψεύδους
un instrumento que registra simultáneamente varias respuestas fisiológicas, usado como detector de mentiras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
polígrafos
Παραδείγματα
La máquina del polígrafo producía un gráfico en papel continuo.
Η μηχανή του πολυγράφου παρήγαγε ένα γράφημα σε συνεχές χαρτί.



























