Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presenciar
01
παρακολουθώ, είμαι μάρτυρας
estar presente y ver u oír algo que sucede, especialmente un evento importante o un delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
presencio
γ΄ ενικό πρόσωπο
presencia
ενεστώτα μετοχή
presenciando
απλός αόριστος
presenció
παθητική μετοχή
presenciado
Παραδείγματα
Varias personas presenciaron el accidente de tráfico.
Πολλά άτομα παρευρέθηκαν στο τροχαίο ατύχημα.



























