Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salir impune de
01
βγαίνω ατιμώρητος, ξεφεύγω από την τιμωρία
no recibir castigo o consecuencia por haber hecho algo malo o ilegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
salgo impune de
γ΄ ενικό πρόσωπο
sale impune de
ενεστώτα μετοχή
saliendo impune de
απλός αόριστος
salió impune de
παθητική μετοχή
salido impune de
Παραδείγματα
No vas a salir impune de robar en esta tienda.
Δεν θα βγεις ατιμώρητος από την κλοπή σε αυτό το κατάστημα.



























