Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salir impune de
01
βγαίνω ατιμώρητος, ξεφεύγω από την τιμωρία
no recibir castigo o consecuencia por haber hecho algo malo o ilegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
salgo impune de
γ΄ ενικό πρόσωπο
sale impune de
ενεστώτα μετοχή
saliendo impune de
απλός αόριστος
salió impune de
παθητική μετοχή
salido impune de
Παραδείγματα
Por falta de pruebas, el sospechoso salió impune de los cargos.
Λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, ο ύποπτος βγήκε ατιμώρητος από τις κατηγορίες.



























