apelar
a
ˌa
a
pe
pe
pe
lar
ˈlaɾ
lar
apilarapegar

Ορισμός και σημασία του "apelar"στα ισπανικά

apelar
01

επιφέρω έφεση, ασκώ έφεση

presentar una solicitud formal a una autoridad superior para que revise una decisión judicial 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
apela
ενεστώτα μετοχή
apelando
απλός αόριστος
apeló
παθητική μετοχή
apelado
Παραδείγματα
El condenado decidió apelar la sentencia. 

Ο καταδικασμένος αποφάσισε να επιφέρει έφεση της απόφασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store