punible
pu
pu
poo
nib
ˈniβ
nib
le
le
le
creíbleposibletemibleapacible

Ορισμός και σημασία του "punible"στα ισπανικά

01

τιμωρητός, αξιόποινος

que puede o merece ser castigado conforme a la ley 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
punible
αρσενικό πληθυντικό
punibles
θηλυκό ενικό
punible
θηλυκό πληθυντικό
punibles
Παραδείγματα
El robo es un acto punible por la ley. 

Η κλοπή είναι μια πράξη τιμωρητέα από το νόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store