Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El revendedor
01
μεταπωλητής, σκαλπερ
una persona que compra entradas o productos para venderlos después a un precio más alto del oficial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revendedores
αρσενικό ενικό
revendedor
θηλυκό ενικό
revendedora
neutral form
revendedor/a
Παραδείγματα
El revendedor vendía entradas del concierto al triple de su precio.
Ο μεταπωλητής πωλούσε εισιτήρια συναυλίας στο τριπλάσιο της τιμής τους.
LanGeek



























