Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revender
01
ξαναπουλάω, κερδοσκοπώ
vender algo nuevamente, especialmente entradas o productos a un precio más alto del oficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
revendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
revende
ενεστώτα μετοχή
revendiendo
απλός αόριστος
revendió
παθητική μετοχή
revendido
Παραδείγματα
Prohíben revender entradas del concierto fuera del estadio.
Απαγορεύεται η επανπώληση εισιτηρίων συναυλίας έξω από το στάδιο.



























