Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cazar furtivamente
01
λαθροθηρεύω, κυνηγώ παράνομα
cazar o pescar animales de manera ilegal, especialmente en terreno protegido o fuera de temporada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cazo furtivamente
γ΄ ενικό πρόσωπο
caza furtivamente
ενεστώτα μετοχή
cazando furtivamente
απλός αόριστος
cazó furtivamente
παθητική μετοχή
cazado furtivamente
Παραδείγματα
Utilizaban trampas para cazar furtivamente conejos.
Χρησιμοποιούσαν παγίδες για να λαθροθηρεύουν κουνέλια.



























