Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El homicidio involuntario
01
ακούσια ανθρωποκτονία, ανθρωποκτονία από αμέλεια
la muerte de una persona causada por un acto negligente o imprudente, pero sin la intención de matar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
homicidios involuntarios
Παραδείγματα
El conductor fue acusado de homicidio involuntario por causar el accidente mortal.
Ο οδηγός κατηγορήθηκε για homicidio involuntario για την πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος.



























