Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
premeditado
01
προμελετημένος, εσκεμμένος
planeado o pensado con anterioridad, especialmente referido a un acto negativo o delictivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más premeditado
συγκριτικός βαθμός
más premeditado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
premeditado
αρσενικό πληθυντικό
premeditados
θηλυκό ενικό
premeditada
θηλυκό πληθυντικό
premeditadas
Παραδείγματα
El fiscal argumentó que el crimen fue premeditado y no un acto impulsivo.
Ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι το έγκλημα ήταν προμελετημένο και όχι μια παρορμητική πράξη.



























