Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bombardeo
01
βομβαρδισμός, επίθεση από τον αέρα
un ataque con bombas o proyectiles lanzados desde el aire o a distancia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bombardeos
Παραδείγματα
El bombardeo de la ciudad duró toda la noche.
LanGeek



























