Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrar sin autorización
/ɛntɾˈaɾ sin ˌaʊtɔɾˌiθaθjˈɔn/
entrar sin autorización
01
εισέρχομαι χωρίς άδεια, εισβάλλω χωρίς άδεια
pasar o acceder a una propiedad o lugar sin tener permiso para hacerlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entro sin autorización
γ΄ ενικό πρόσωπο
entra sin autorización
ενεστώτα μετοχή
entrando sin autorización
απλός αόριστος
entró sin autorización
παθητική μετοχή
entrado sin autorización
Παραδείγματα
Te advierto que si entras sin autorización, habrá consecuencias.
Σε προειδοποιώ ότι αν εισέλθεις χωρίς άδεια, θα υπάρξουν συνέπειες.



























