Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrar sin autorización
01
εισέρχομαι χωρίς άδεια, εισβάλλω χωρίς άδεια
pasar o acceder a una propiedad o lugar sin tener permiso para hacerlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entro sin autorización
γ΄ ενικό πρόσωπο
entra sin autorización
ενεστώτα μετοχή
entrando sin autorización
απλός αόριστος
entró sin autorización
παθητική μετοχή
entrado sin autorización
Παραδείγματα
No puedes entrar sin autorización en un jardín privado.
Δεν μπορείτε να εισέλθετε χωρίς άδεια σε έναν ιδιωτικό κήπο.



























