Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forzar la entrada
01
εξαναγκάζω την είσοδο, εισβάλλω με τη βία
entrar por la fuerza en un lugar cerrado, como una casa o edificio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fuerzo la entrada
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuerza la entrada
ενεστώτα μετοχή
forzando la entrada
απλός αόριστος
forzó la entrada
παθητική μετοχή
forzado la entrada
Παραδείγματα
Los ladrones forzaron la entrada por la ventana trasera.
Οι κλέφτες έσπασαν την είσοδο από το πίσω παράθυρο.



























