el cohecho
co
ko
κο
he
ˈe
ε
cho
ʧo
τσο
helechodeshechoestrechohecho

Ορισμός και σημασία του "cohecho"στα ισπανικά

01

δωροδοκία, διαφθορά

el delito de dar o recibir un soborno para influir en un funcionario público 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cohechos
Παραδείγματα
El alcalde fue acusado de cohecho por aceptar dinero a cambio de permisos. 

Ο δήμαρχος κατηγορήθηκε για δωροδοκία για την αποδοχή χρημάτων σε αντάλλαγμα για άδειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store