los chanchullos
chan
ʧan
τσαν
chu
ˈʧu
τσου
llos
ʎos
λιοσ

Ορισμός και σημασία του "chanchullos"στα ισπανικά

Los chanchullos
01

απάτες, απάτες

acciones deshonestas o ilegales, especialmente para obtener dinero o favores en política o negocios 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chanchullos
Παραδείγματα
Los chanchullos del ayuntamiento salieron a la luz en una investigación periodística. 

Οι απάτες στο δημαρχείο αποκαλύφθηκαν σε δημοσιογραφική έρευνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store