el abducido
ab
ˌab
ab
du
ðu
dhoo
ci
ˈθi
thi
do
ðo
dho
aburridoinhibidoatrevidodecidido

Ορισμός και σημασία του "abducido"στα ισπανικά

01

απαχθείς, αιχμάλωτος

una persona que ha sido secuestrada o llevada por la fuerza 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abducidos
αρσενικό ενικό
abducido
θηλυκό ενικό
abducida
Παραδείγματα
El abducido describió a sus captores a la policía. 

Ο απαχθείς περιέγραψε τους απαγωγείς του στην αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store