Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El abducido
01
απαχθείς, αιχμάλωτος
una persona que ha sido secuestrada o llevada por la fuerza
Παραδείγματα
La salud mental del abducido requiere atención especializada.
Η ψυχική υγεία του απαχθέντος απαιτεί εξειδικευμένη φροντίδα.



























