Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La exposición indecente
01
άσεμνη έκθεση, άσεμνη επίδειξη
un acto de mostrar las partes íntimas del cuerpo en público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
exposiciones indecentes
Παραδείγματα
El hombre fue arrestado por exposición indecente en el parque.
Ο άνδρας συνελήφθη για απρεπή έκθεση στο πάρκο.



























