Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tren lanzadera
01
τρένο λεωφορείο, τρένο διασύνδεσης
un tren que hace un recorrido corto y frecuente entre dos puntos
Παραδείγματα
El tren lanzadera solo tiene cuatro paradas.
Το τρένο λεωφορείο έχει μόνο τέσσερις στάσεις.



























