Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Las obras viales
01
εργασίες δρόμου
trabajos de construcción o reparación en una carretera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
obras viales
Παραδείγματα
Las obras viales causaron un gran embotellamiento esta mañana.
Τα έργα οδοποιίας προκάλεσαν μεγάλη κίνηση σήμερα το πρωί.



























