Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la conducción temeraria
/kˌɔndukθjˈɔn tˌemɛɾˈaɾja/
La conducción temeraria
01
επικίνδυνη οδήγηση
conducir un vehículo de forma peligrosa y sin tener en cuenta la seguridad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La definición legal de conducción temeraria varía según la jurisdicción.
Ο νομικός ορισμός της απερίσκεπτης οδήγησης ποικίλλει ανάλογα με τη δικαιοδοσία.



























