Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de dos pisos
01
διώροφο
un autobús o vehículo con dos niveles o pisos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de dos pisos
αρσενικό πληθυντικό
de dos pisos
θηλυκό ενικό
de dos pisos
θηλυκό πληθυντικό
de dos pisos
Παραδείγματα
El tour de la ciudad se hace en un autobús de dos pisos descubierto.
Η ξενάγηση της πόλης γίνεται σε έναν ανοιχτό διώροφο λεωφορείο.



























