Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tensar
01
τεντώνω, τραβώ
estirar la cuerda de un arco hacia atrás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
tenso
γ΄ ενικό πρόσωπο
tensa
ενεστώτα μετοχή
tensando
απλός αόριστος
tensó
παθητική μετοχή
tensado
Παραδείγματα
Aprendió a tensar el arco correctamente.
Έμαθε να τεντώνει σωστά το τόξο.



























