la vaselina
va
ba
μπα
se
se
σε
li
ˈli
λι
na
na
να
limusinatirolinanicotinavitamina

Ορισμός και σημασία του "vaselina"στα ισπανικά

01

λομπ, ψηλό σουτ

un lanzamiento suave y alto sobre un jugador o portero 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vaselinas
Παραδείγματα
El jugador intentó una vaselina sobre el portero. 

Ο παίκτης προσπάθησε μια βαζελίνα πάνω από τον τερματοφύλακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store