Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La técnica
01
τεχνική, μέθοδος
una manera específica y eficiente de realizar una habilidad o movimiento en un deporte o actividad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
técnicas
Παραδείγματα
La técnica de natación de crol es la más rápida para distancias largas.
Η τεχνική κολύμβησης ελεύθερου στυλ είναι η ταχύτερη για μεγάλες αποστάσεις.



























