el telémetro
telé
ˈtelɛ
tele
met
met
met
ro
ɾo
ro

Ορισμός και σημασία του "telémetro"στα ισπανικά

01

τηλεμετρική συσκευή, μετρητής απόστασης

un instrumento óptico o electrónico para medir la distancia a un objeto, usado en deportes como el golf, la caza o la fotografía 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
telémetros
Παραδείγματα
Un buen telémetro es esencial para los tiradores de élite. 

Ένα καλό τηλεμετρητής είναι απαραίτητο για τους ελίτ σκοπευτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store