Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El telémetro
01
τηλεμετρική συσκευή, μετρητής απόστασης
un instrumento óptico o electrónico para medir la distancia a un objeto, usado en deportes como el golf, la caza o la fotografía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
telémetros
Παραδείγματα
Los telémetros militares son muy precisos y resistentes.
Οι στρατιωτικοί τηλεμετρητές είναι πολύ ακριβείς και ανθεκτικοί.



























