Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pelota de básquetbol
01
μπάλα μπάσκετ
una bola grande, esférica y con superficie rugosa, diseñada para botar y lanzar en el juego de baloncesto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pelotas de básquetbol
Παραδείγματα
Los niños pasaban la pelota de básquetbol en el parque.
Τα παιδιά περνούσαν τη μπάλα του μπάσκετ στο πάρκο.



























