Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El halterófilo
01
αρσιβαρίστας, αθλητής άρσης βαρών
una persona que practica el levantamiento de pesas como deporte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
halterófilos
Παραδείγματα
El halterófilo se recuperaba de una lesión en el hombro.
Ο αρσιβαρίστας αναρρώνει από έναν τραυματισμό στον ώμο.



























