Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El demérito
01
δυσφήμιση, αρνητικός βαθμός
un punto negativo o una marca que se da por una mala conducta o una falta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deméritos
Παραδείγματα
Por copiar en el examen, le pusieron dos deméritos.
Για αντιγραφή στις εξετάσεις, του δόθηκαν δύο δημερήτια.



























