la hora libre
ho
ˈɔ
aw
ra
ɾa
ra
lib
liβ
lib
re
ɾe
re

Ορισμός και σημασία του "hora libre"στα ισπανικά

01

ελεύθερη ώρα, κενό μάθημα

un periodo en el horario escolar sin una clase asignada 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
horas libres
Παραδείγματα
Tengo una hora libre después del almuerzo. 

Έχω μια ελεύθερη ώρα μετά το γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store