Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alfabetizado
01
εγγράμματος, μορφωμένος
que tiene la capacidad de leer y escribir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alfabetizado
συγκριτικός βαθμός
más alfabetizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alfabetizado
αρσενικό πληθυντικό
alfabetizados
θηλυκό ενικό
alfabetizada
θηλυκό πληθυντικό
alfabetizadas
Παραδείγματα
Una fuerza laboral alfabetizada es esencial para el desarrollo industrial.
Ένας εγγράμματος εργατικός δυναμικός είναι απαραίτητος για τη βιομηχανική ανάπτυξη.



























