Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apostar por
01
στοιχηματίζω σε, ποντάρω σε
arriesgar dinero en el resultado de un evento, creyendo que ocurrirá cierta cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apuesto por
γ΄ ενικό πρόσωπο
apuesta por
ενεστώτα μετοχή
apostando por
απλός αόριστος
apostó por
παθητική μετοχή
apostado por
Παραδείγματα
¿ Por qué equipo apuestas por en la final?
Σε ποια ομάδα στοιχηματίζεις στον τελικό;



























