el censor
cen
θɛn
then
sor
ˈsɔɾ
sawr
doctorcastorsectorterror

Ορισμός και σημασία του "censor"στα ισπανικά

01

λογοκριτής

una persona que examina y suprime contenido considerado inapropiado o peligroso 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
censores
αρσενικό ενικό
censor
θηλυκό ενικό
censora
neutral form
persona que censura
Παραδείγματα
El censor eliminó varias escenas de la película antes de su estreno. 

Ο λογοκριτής αφαίρεσε αρκετές σκηνές από την ταινία πριν από την κυκλοφορία της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store