Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El patrocinador
01
σπόνσορας, χρηματοδότης
una empresa o persona que financia un evento, programa o contenido a cambio de publicidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patrocinadores
Παραδείγματα
El patrocinador del equipo tiene su logo en la camiseta.
Ο χορηγός της ομάδας έχει το λογότυπό του στη φανέλα.



























