Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reconstruir
01
ανακατασκευάζω, ανασυγκροτώ
volver a construir algo que ha sido dañado o destruido; también, deducir o formar de nuevo una teoría o historia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reconstruyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reconstruye
ενεστώτα μετοχή
reconstruyendo
απλός αόριστος
reconstruyó
παθητική μετοχή
reconstruido
Παραδείγματα
Con los fragmentos encontrados, lograron reconstruir la vasija griega.
Με τα θραύσματα που βρέθηκαν, κατάφεραν να ανακατασκευάσουν το ελληνικό αγγείο.



























