Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El escalímetro
01
κανόνας κλίμακας, κλιμακόμετρο
una regla especial con varias escalas de medición, utilizada en dibujo técnico y arquitectura para leer o dibujar planos a escala
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escalímetros
Παραδείγματα
Un escalímetro triangular tiene seis escalas diferentes, una en cada arista.
Ένα τριγωνικό κλίμακα χάρακας έχει έξι διαφορετικές κλίμακες, μία σε κάθε άκρη.



























